Μετάβαση στο περιεχόμενο

célibataire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
célibataire célibataires

célibataire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
célibataire célibataires

célibataire (fr) αρσενικό ή θηλυκό