ξέμπαρκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξέμπαρκος < ξε και μπάρκο

Επίθετο[επεξεργασία]

ξέμπαρκος, -η, -ο

  1. ο άνεργος ναυτικός ή εκείνος που θέλει για λίγο να ξεκουραστεί στην ξηρά
  2. (μεταφορικά), (λαϊκότροπο) ο μοναχικός, που δεν έχει παρέα, αλλά συνήθως νοείται εκείνος-η που στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν έχει ερωτικό σύντροφο και όχι αόριστα φίλους ή φίλες
  3. (μεταφορικά), (λαϊκότροπο) παράταιρος, ασυσχέτιστος, αταίριαστος, μοναχικός, που δεν υπάγεται σε σύνολο, ξεκάρφωτος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]