ασυσχέτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ασυσχέτιστος < α στερητ.+συσχετίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ασυσχέτιστος

  1. που δε έχει συσχετιστεί με άλλον ή δεν επιδέχεται συσχέτιση

ο φόνος παρέμεινε για πολύ καιρό ασυσχέτιστος με το πρόσωπο το οποίο τον διέπραξε

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]