μπάρκο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπάρκο μπάρκα
γενική μπάρκου μπάρκων
αιτιατική μπάρκο μπάρκα
κλητική μπάρκο μπάρκα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπάρκο < ιταλική barco < barca < υστερολατινική barca. → δείτε τη λέξη: βάρκα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπάρκο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο) (ναυτικός όρος): τύπος παλαιού εμπορικού τρικάταρτου ιστιοφόρου που έφερε σταυρωτά ιστία, τύπου μυοδρόμωνα
  2. η ναυτολόγηση, το μπαρκάρισμα
    έκανα δύο μπάρκα με την εταιρεία του Νιάρχου (= εργάσθηκα (ναυτολογήθηκα) σε δύο πλοία ή δύο φορές ...}
  3. (συνεκδοχικά) ο χρόνος ναυτικής υπηρεσίας ανά πλοίο ενός ναυτικού
  4. η φόρτωση εμπορεύματος σε πλοίου
    η αποστολή της παραγγελίας ολοκληρώθηκε με τρία μπάρκα (= με τρία πλοία, ή τρεις μεταφορές από ίδιο πλοίο)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]