Μετάβαση στο περιεχόμενο

μπάρκο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπάρκο τα μπάρκα
      γενική του μπάρκου των μπάρκων
    αιτιατική το μπάρκο τα μπάρκα
     κλητική μπάρκο μπάρκα
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μπάρκο < (άμεσο δάνειο) ιταλική barco < barca < υστερολατινική barca.  δείτε τη λέξη βάρκα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μπάρκο ουδέτερο

  1. (παρωχημένο, ναυτικός όρος) τύπος παλαιού εμπορικού τρικάταρτου ιστιοφόρου που έφερε σταυρωτά ιστία, τύπου μυοδρόμωνα, δες και μπάρκα
      Φουσκώσαμε καὶ μαυρίσαμε ποῦ δὲ γνώριζε ἕνας τὸν ἄλλο! Τά μαλλιά μας, τά μουστάκια, τά γένεια σκλήρυναν σάν ἀγκάθια. Τά μάτια χωμένα στά πυκνά ματόφρυδα, ἔχασκαν ἄσπρα σάν σαλιγκάρια. Ὅσο γιά τό μπάρκο, τό μισό ἀπόμενε. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η δικαιοσύνη της θάλασσας, από το βιβλίο Λόγια τῆς πλώρης, 1924)
  2. η ναυτολόγηση, το μπαρκάρισμα
    παράδειγμα  έκανα δύο μπάρκα με την εταιρεία του Νιάρχου (= εργάσθηκα (ναυτολογήθηκα) σε δύο πλοία ή δύο φορές ...}
  3. (συνεκδοχικά) ο χρόνος ναυτικής υπηρεσίας ανά πλοίο ενός ναυτικού
  4. η φόρτωση εμπορεύματος σε πλοίου
    παράδειγμα  η αποστολή της παραγγελίας ολοκληρώθηκε με τρία μπάρκα (= με τρία πλοία, ή τρεις μεταφορές από ίδιο πλοίο)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]