μοναχικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μοναχικός μοναχική μοναχικό
γενική μοναχικού μοναχικής μοναχικού
αιτιατική μοναχικό μοναχική μοναχικό
κλητική μοναχικέ μοναχική μοναχικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μοναχικοί μοναχικές μοναχικά
γενική μοναχικών μοναχικών μοναχικών
αιτιατική μοναχικούς μοναχικές μοναχικά
κλητική μοναχικοί μοναχικές μοναχικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μοναχικός < μόνος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /mɔ.na.çi.ˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μοναχικός, -ή, -ό

  1. που αρέσκεται να ζει στη μοναξιά, που επιδιώκει να ζει μόνος
  2. που είναι μόνος
  3. (τόπος) απομονωμένος
  4. (πράξη) που γίνεται από ένα άτομο,χωρίς τη συμμετοχή άλλων
  5. που σχετίζεται με τον μοναχό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]