Änderung
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
| ονομαστική | die | Änderung | die | Änderungen |
| γενική | der | Änderung | der | Änderungen |
| δοτική | der | Änderung | den | Änderungen |
| αιτιατική | die | Änderung | die | Änderungen |
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɛndəʁʊŋ/
- ⓘ
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : Än‐de‐rung
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]Änderung (de) θηλυκό
Σύνθετα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη ändern