Μετάβαση στο περιεχόμενο

βελτίωση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βελτίωση οι βελτιώσεις
      γενική της βελτίωσης* των βελτιώσεων
    αιτιατική τη βελτίωση τις βελτιώσεις
     κλητική βελτίωση βελτιώσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, βελτιώσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βελτίωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή βελτίω(σις) + -ση[1][2].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /velˈti.o.si/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βελτίωση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βελτίωση θηλυκό

  1. η αλλαγή προς το καλύτερο
    παράδειγμα Έχει ακόμα μεγάλο περιθώριο βελτίωσης.
     συνώνυμα: καλυτέρευση
     αντώνυμα: επιδείνωση, χειροτέρευση
  2. (στον πληθυντικό) διορθώσεις, αλλαγές με σκοπό την καλυτέρευση
    παράδειγμα Το κείμενο χρειάζεται κάποιες βελτιώσεις.

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βελτίωση - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. βελτίωση - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)