βέλτιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βέλτιστος βέλτιστη βέλτιστο
γενική βέλτιστου βέλτιστης βέλτιστου
αιτιατική βέλτιστο βέλτιστη βέλτιστο
κλητική βέλτιστε βέλτιστη βέλτιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βέλτιστοι βέλτιστες βέλτιστα
γενική βέλτιστων βέλτιστων βέλτιστων
αιτιατική βέλτιστους βέλτιστες βέλτιστα
κλητική βέλτιστοι βέλτιστες βέλτιστα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βέλτιστος < αρχαία ελληνική βέλτιστος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.stɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.sti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈvεl.ti.stɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βέλτιστος, -η, -ο

Nuvola apps noatun.png Παροιμίες[επεξεργασία]

  • το μη χείρον βέλτιστον : για περιπτώσεις που αποδεχόμαστε μια κατάσταση όχι πολύ θετική, με το επιχείρημα ότι αποφεύγομε κάτι που θα μπορούσε να είναι εντελώς επιζήμιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βέλτιστος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

βέλτιστος

  1. υπερθετικός βαθμός του ἀγαθός, ο πιο καλός