βελτιώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βελτιώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος βελτιώνω

Ρήμα[επεξεργασία]

βελτιώνομαι

  1. βελτιώνω τον εαυτό μου, γίνομαι καλύτερος σε κάτι
    η κατάστασή του βελτιώνεται
  2. γίνομαι καλύτερος με τις ενέργειες άλλων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]