concise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

concise (en)

  1. σύντομος και περιεκτικός, συνοπτικός, λακωνικός
  2. (πληροφορική) συνοπτικός, για λειτουργία που δεν παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες
    verbose / concise mode (ελληνικά: λεπτομερής / συνοπτική κατάσταση λειτουργίας)

Αντώνυμα[επεξεργασία]