χτυπιέμαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

χτυπιέμαι: παθητική φωνή του ρήματος χτυπώ

Ρήμα[επεξεργασία]

χτυπιέμαι

  1. δείχνω τη θλίψη μου ή άλλα ανάλογα συναισθήματα με έντονο τρόπο
  2. συμπλέκομαι

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

χτυπιέμαι