γουστάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουστάρω < ιταλική gustare[1] ή από τη βενετική[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣuˈsta.ɾo/

Ρήμα[επεξεργασία]

γουστάρω (αργκό)

  1. (μεταβατικό) μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ
    τον γουστάρει πολύ καιρό τώρα, αλλά δεν του έχει μιλήσει
  2. (μεταβατικό) μου αρέσει
    κάνει πάντα ό,τι γουστάρει
  3. (αμετάβατο) νιώθω ικανοποίηση
    γουστάρω που δε θα κάνομε αύριο μάθημα!

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  2. «γουστάρω» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.