γουστάρω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γουστάρω < ιταλική gustare

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣu.ˈsta.ɾɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γουστάρω (αργκό)

  1. (μεταβατικό) μου αρέσει πολύ κάτι / κάποιος, λαχταρώ
    τον γουστάρει πολύ καιρό τώρα, αλλά δεν του έχει μιλήσει
  2. (μεταβατικό) μου αρέσει
    κάνει πάντα ό,τι γουστάρει
  3. (αμετάβατο) νιώθω ικανοποίηση
    γουστάρω που δε θα κάνομε αύριο μάθημα!


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]