Μετάβαση στο περιεχόμενο

aimer

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
aimer < (κληρονομημένο) παλαιά γαλλική amer < λατινική amare

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ɛ.me/
 
στη γλώσσα αυτή τα ρήματα λημματοποιούνται στο απαρέμφατο

aimer (fr)

  1. το να αγαπάς (αγαπώ/αγαπάω)
    παράδειγμα  j'aime - αγαπώ / (εγώ) αγαπώ
  2. μου αρέσει, αργκό: γουστάρω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]