εύγλωττος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εύγλωττος εύγλωττη εύγλωττο
γενική εύγλωττου εύγλωττης εύγλωττου
αιτιατική εύγλωττο εύγλωττη εύγλωττο
κλητική εύγλωττε εύγλωττη εύγλωττο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εύγλωττοι εύγλωττες εύγλωττα
γενική εύγλωττων εύγλωττων εύγλωττων
αιτιατική εύγλωττους εύγλωττες εύγλωττα
κλητική εύγλωττοι εύγλωττες εύγλωττα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εύγλωττος < αρχαία ελληνική εὔγλωττος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εύγλωττος, -η, -ο

  • που εκφράζει κάτι κατά τρόπο απόλυτα σαφή και κατανοητό, εκφραστικός
    εύγλωττη χειρονομία, εύγλωττη σιωπή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]