articulate

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

articulate (en)

  1. εύγλωττος, ευφραδής
  2. ξεκάθαρος, σαφής, κατανοητός
  3. που μιλάει με σαφή, ξεκάθαρο τρόπο
  4. αρθρωτός

Ρήμα[επεξεργασία]

articulate (en)

  1. αρθρώνω
  2. εξηγώ με λόγια
  3. σχηματίζω ανατομική ή άλλου είδους άρθρωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]