μορφωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /moɾ.foˈme.nos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μορ‐φω‐μέ‐νος
Μετοχή
[επεξεργασία]μορφωμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μορφώνω: που έχει μορφωθεί
- ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]- Όροι με μορφωμένος — Άννα Αναστασιάδη-Συμεωνίδη (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μορφωμένος
Πηγές
[επεξεργασία]- μορφωμένος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- μορφωμένος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)