λογοτεχνία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογοτεχνία λογοτεχνίες
γενική λογοτεχνίας λογοτεχνιών
αιτιατική λογοτεχνία λογοτεχνίες
κλητική λογοτεχνία λογοτεχνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοτεχνία < λόγος + τέχνη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɔ.ɣɔ.tɛ.ˈxni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογοτεχνία θηλυκό

  1. η δημιουργία έργων του γραπτού ή προφορικού λόγου που αποτελούν επινοήσεις της φαντασίας των δημιουργών τους (ως ένα βαθμό τουλάχιστον) με σκοπό τον ψυχικό και πνευματικό ερεθισμό ή και την ψυχαγωγία του κοινού τους
  2. (κατ’ επέκταση) το σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω
  3. (κατ’ επέκταση) σύνολο έργων με τον ορισμό ανωτέρω που έχουν ένα κοινό στοιχείο που τα διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • συγκριτική λογοτεχνία: η μελέτη δύο ή περισσοτέρων ειδών λογοτεχνίας (συνήθως εθνικών) κατ' αντιδιαστολή μεταξύ τους

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]