λογοτεχνία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λογοτεχνία λογοτεχνίες
γενική λογοτεχνίας λογοτεχνιών
αιτιατική λογοτεχνία λογοτεχνίες
κλητική λογοτεχνία λογοτεχνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

λογοτεχνία < λόγος + τέχνη

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /lɔ.ɣɔ.tɛ.ˈxni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λογοτεχνία θηλυκό

  1. η τέχνη του λόγου, η παραγωγή γραπτών κυρίως κειμένων που προκαλούν στον αναγνώστη αισθητική απόλαυση

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]