αξίωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αξίωση αξιώσεις
γενική αξίωσης
& αξιώσεως
αξιώσεων
αιτιατική αξίωση αξιώσεις
κλητική αξίωση αξιώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αξίωση < → Η ετυμολογία λείπει.
  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του αξιώνω
    1. απαίτηση που βασίζεται σε κάποιο κεκτημένο δικαίωμα
    2. παράλογη ή υπερβολική απαίτηση
  2. στη γενική πληθυντικού ή στην έκφραση με αξιώσεις, για κτ. που έχει αξία, υψηλή ποιότητα και κατά συνέπεια φιλόδοξους στόχους

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αξίωση θηλυκό

  1. απαίτηση


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]