φιλόδοξος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φιλόδοξος φιλόδοξη φιλόδοξο
γενική φιλόδοξου φιλόδοξης φιλόδοξου
αιτιατική φιλόδοξο φιλόδοξη φιλόδοξο
κλητική φιλόδοξε φιλόδοξη φιλόδοξο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φιλόδοξοι φιλόδοξες φιλόδοξα
γενική φιλόδοξων φιλόδοξων φιλόδοξων
αιτιατική φιλόδοξους φιλόδοξες φιλόδοξα
κλητική φιλόδοξοι φιλόδοξες φιλόδοξα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλόδοξος < αρχαία ελληνική φιλόδοξος < φίλος + δόξα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fi.'lɔ.ðɔ.ksɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /fi.'lɔ.ðɔ.ksi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /fi.'lɔ.ðɔ.ksɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλόδοξος, -η, -ο

  1. (για ανθρώπους) που θέλει να αποκτήσει δόξα ή μια σημαντική θέση στην κοινωνία
    θέλει να γίνει γενικός διευθυντής πολυεθνικής εταιρίας, είναι φιλόδοξος
  2. (για σχέδια, όνειρα, κ.λπ.) σχέδια με υψηλούς ή τολμηρούς στόχους
    συνώνυμα: μεγαλεπήβολος
    ο Δημήτρης έχει φιλόδοξα σχέδια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φιλόδοξος < φίλος + δόξα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φιλόδοξος

  1. φιλόδοξος