δόξα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Δόξα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόξα δόξες
γενική δόξας
αιτιατική δόξα δόξες
κλητική δόξα δόξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόξα < αρχαία ελληνική δόξα < δοκέω-ῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈðɔ.ksa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόξα θηλυκό

  1. η μεγάλη και καλή φήμη που αποκτήθηκε εξαιτίας ηρωικών πράξεων ή άλλων επιτευγμάτων και κάνει κάποιον αντικείμενο θαυμασμού
  2. το να τιμάς και να δοξάζεις κάποιον, π.χ. έναν ήρωα ή το Θεό
  3. ένα διάσημο πρόσωπο
  4. το φωτεινό περίγραμμα που περιβάλλει τη μορφή του Χριστού στις αγιογραφίες
  5. το ουράνιο τόξο

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δόξα δόξες
γενική δόξας
αιτιατική δόξα δόξες
κλητική δόξα δόξες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δόξα < από το ρήμα δοκέω-δοκῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δόξα θηλυκό

  1. υποκειμενική γνώμη
  2. δοξασία
  3. προσδοκία
  4. η γνώμη που έχουν οι άνθρωποι για κάποιο πρόσωπο
    • η καλή φήμη, η δόξα
    • η κακή φήμη
  5. η λαμπρότητα στην εξωτερική εμφάνιση