sława

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

sława 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

sława (pl) αρσενικό

  1. μεγάλη φήμη, δόξα
  2. διασημότητα