saint
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| saint | saints |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- saint < μέση αγγλική saint
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]saint (en)
- (θρησκεία) ο άγιος, ο τιμώμενος από την χριστιανική εκκλησία για τον τρόπο ζωής του τα θαύματα και το έργο του, κατ' επέκταση αντίστοιχο πρόσωπο άλλων θρησκειών
- (μεταφορικά) άτομο με προσωπικά χαρακτηριστικά που ταιριάζουν στους αγίους
- She has so much patience with those children... she's a real saint.
- Κάνει τόση υπομονή με εκείνα τα παιδιά... είναι πράγματι άγιος άνθρωπος.
- (αυτοαποκαλούμενος) ο Μορμόνος λόγο του επίσημου ονόματος της εκκλησίας τους (The Church of Jesus Christ of Latter-day Saints - LDS Church)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | saint | saints |
| θηλυκό | sainte | saintes |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]saint (fr)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]saint (fr)
- (θρησκεία) ο άγιος, o όσιος, ο τιμώμενος από την χριστιανική εκκλησία για τον τρόπο ζωής του
Saint-Pierre est le saint patron des pêcheurs.
Ο Άγιος Πέτρος είναι ο προστάτης των ψαράδων.
Συγγενικά
[επεξεργασία]Ομώνυμα / Ομόηχα
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τη μέση αγγλική (αγγλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αγγλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (αμερικανικά αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Θρησκεία (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Επίθετα (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Θρησκεία (γαλλικά)