μαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαστός οι μαστοί
      γενική του μαστού των μαστών
    αιτιατική τον μαστό τους μαστούς
     κλητική μαστέ μαστοί
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστός < αρχαία ελληνική μαστός < μαδάω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστός αρσενικό

  1. γαλακτοφόρος αδένας των θηλαστικών
  2. το εξωτερικό τμήμα αυτού του αδένα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]