μαστοπάθεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαστοπάθεια οι μαστοπάθειες
      γενική της μαστοπάθειας των μαστοπαθειών
    αιτιατική τη μαστοπάθεια τις μαστοπάθειες
     κλητική μαστοπάθεια μαστοπάθειες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαστοπάθεια < μαστός + -πάθεια ( < πάσχω )

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαστοπάθεια θηλυκό

  1. κάθε πάθηση που προσβάλλει το μαστό των θηλαστικών


Μεταφράσεις[επεξεργασία]