Μετάβαση στο περιεχόμενο

στρογγυλός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Στρογγυλός, στρόγγυλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο στρογγυλός η στρογγυλή το στρογγυλό
      γενική του στρογγυλού της στρογγυλής του στρογγυλού
    αιτιατική τον στρογγυλό τη στρογγυλή το στρογγυλό
     κλητική στρογγυλέ στρογγυλή στρογγυλό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι στρογγυλοί οι στρογγυλές τα στρογγυλά
      γενική των στρογγυλών των στρογγυλών των στρογγυλών
    αιτιατική τους στρογγυλούς τις στρογγυλές τα στρογγυλά
     κλητική στρογγυλοί στρογγυλές στρογγυλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στρογγυλός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική στρογγυλός < αρχαία ελληνική στρογγύλος

Επίθετο

[επεξεργασία]

στρογγυλός, -ή, -ό

  1. που έχει σχήμα που μοιάζει με κύκλο
    παράδειγμα  στρογγυλό ταψί, στρογγυλό πρόσωπο
     δείτε τη λέξη  κυκλικός
  2. (αριθμητική, για αριθμούς) που είναι ακέραιος, χωρίς δεκαδικά ψηφία
  3. (για λόγο, για ύφος λόγου) που είναι λιτός και δεν είναι αιχμηρός
     δείτε και τη λέξη στρογγυλεμένος
     δείτε και το ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο στρογγυλό (μέρος κρέατος)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

με το στρογγύλος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
στρογγυλός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στρογγύλος με (μετακίνηση τόνου)

Επίθετο

[επεξεργασία]

στρογγυλός

(Χρειάζεται ανάπτυξη)

Σύνθετα

[επεξεργασία]