συνοδευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική συνοδευτικός συνοδευτική συνοδευτικό
γενική συνοδευτικού συνοδευτικής συνοδευτικού
αιτιατική συνοδευτικό συνοδευτική συνοδευτικό
κλητική συνοδευτικέ συνοδευτική συνοδευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική συνοδευτικοί συνοδευτικές συνοδευτικά
γενική συνοδευτικών συνοδευτικών συνοδευτικών
αιτιατική συνοδευτικούς συνοδευτικές συνοδευτικά
κλητική συνοδευτικοί συνοδευτικές συνοδευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοδευτικός < συνοδεύω + παραγωγική κατάληξη -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

συνοδευτικός, -ή, -ό

  1. που συνοδεύει κάτι
  2. (για άψυχα) συχνά το συνημμένο, που επεξηγεί κάτι άλλο, προσθέτει σημαντικές πληροφορίες ή ουσιώδεις λεπτομέρειες και πρέπει να συμπαρουσιαστεί ή να αποσταλεί μαζί με το κυρίως έγγραφο/έκθεση
  • συνοδευτικό έγγραφο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]