Μετάβαση στο περιεχόμενο

καναπές

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καναπές οι καναπέδες
      γενική του καναπέ των καναπέδων
    αιτιατική τον καναπέ τους καναπέδες
     κλητική καναπέ καναπέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Καναπές με μαξιλάρια.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καναπές < (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < παλαιά γαλλική conopé (ντιβάνι με κουνουπιέρα) < μεσαιωνική λατινική canapeum / conopeum (κουνουπιέρα) < conopeum < ελληνιστική κοινή κωνώπιον (αντιδάνειο) < αρχαία ελληνική κώνωψ (κουνούπι)[1]
ή (άμεσο δάνειο) γαλλική canapé < μεσαιωνική λατινική conopeum (κουνουπιέρα) < ελληνιστική κοινή κωνωπεῖον (κουνουπιέρα) (αντιδάνειο)[2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.naˈpes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καναπές

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καναπές αρσενικό

  • έπιπλο με μία, δύο ή περισσότερες θέσεις στις οποίες καθόμαστε
      Έναντι του καναπέ υπήρχε μία μεσάνδρα (μεγάλο ντουλάπι εντός του τοίχου), όπου εφυλάσσοντο καινουργή στρώματα, εφαπλώματα, μαξιλάρια, έτοιμα να στρωθούν εις την ιδίαν αίθουσαν, διά τον ύπνον παντός φιλοξενουμένου. (Χρύσανθος (Αρχιεπισκ. Αθηνών), Βιογραφικές αναμνήσεις, τόμος 1, 1970, σελ. 14)
      Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. καναπές - Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  2. σελ.99 καναπές - Ερασμία Βασμανόλη (2007, Διδ.2001) Οι αντιδάνειες λέξεις στη νέα ελληνική (προβολή). Διδακτορική διατριβή: 2001. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2007. ISBN:960-526-006-9, @didaktorika.gr DOI, handle.