καναπεδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καναπεδάκι καναπεδάκια
γενική
αιτιατική καναπεδάκι καναπεδάκια
κλητική καναπεδάκι καναπεδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καναπεδάκι < καναπές + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < γαλλική canapé < παλαιά γαλλικά conopé < μεσαιωνική λατινική canapeum / canopeum (κουνουπιέρα) < conopeum < αρχαία ελληνική κωνωπεών / κωνώπιον (αντιδάνειο) < κώνωψ (κουνούπι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καναπεδάκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό του καναπές
  2. (γαστρονομία) ορεκτικό που αποτελείται από άγλυκο μπισκοτάκι ή άλλο μικρού μεγέθους αρτοσκεύασμα και είναι γαρνιρισμένο, στο επάνω μέρος, με κάποιο φαγώσιμο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε καναπές