κουνούπι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κουνουπίδι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουνούπι κουνούπια
γενική κουνουπιού κουνουπιών
αιτιατική κουνούπι κουνούπια
κλητική κουνούπι κουνούπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουνούπι < μεσαιωνική ελληνική κουνούπι < κουνούπιον < ελληνιστική κοινή κωνώπιον < αρχαία ελληνική κώνωψ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.'nu.pi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουνούπι ουδέτερο

  • (εντομολογία) έντομο, το οποίο ενδημεί κυρίως σε λιμνάζοντα νερά. Τα θηλυκά, όταν είναι η εποχή τους να γεννήσουν αυγά, τρέφονται με αίμα θηλαστικών, ενώ τα αρσενικά τρέφονται με νέκταρ

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]