moustique

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

moustique 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
moustique moustiques

moustique (fr) αρσενικό

  1. (εντομολογία) το κουνούπι
  2. (μεταφορικά) χαϊδευτικό για μικρό παιδί ή μικρόσωμο άνθρωπο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]