νέκταρ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέκταρ < αρχαία ελληνική νέκταρ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέκταρ ουδέτερο

  1. το ποτό των θεών (σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία)
  2. (κατ' επέκταση) δροστιστικό ποτό από χυμό φρούτων ή λαχανικών, με προσθήκη νερού και ζάχαρης ή γλυκαντικών
  3. (μεταφορικά) εύγευστο ποτό, κρασί κ.λπ.
  4. ο χυμός των λουλουδιών που οι μέλισσες μετατρέπουν σε μέλι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

νέκταρ < νέκυς, θάνατος, + -ταρ, νικώ

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

νέκταρ ουδέτερο