μπουφές

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουφές μπουφέδες
γενική μπουφέ μπουφέδων
αιτιατική μπουφέ μπουφέδες
κλητική μπουφέ μπουφέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μπουφές < ιταλική buffe + < γαλλική buffet

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μπουφές αρσενικό

  1. γεύμα με ποικιλία εδεσμάτων όπου τα φαγητά βρίσκονται σε πιατέλες σε ένα τραπέζι και οι καλεσμένοι πηγαίνουν εκεί και σερβίρονται μόνοι τους στο πιάτο τους
  2. το τραπέζι (ή ο χώρος) όπου τοποθετούνται τα φαγητά σε ένα τέτοιο γεύμα
  3. ξύλινο έπιπλο (ντουλάπι αλλά όχι εντοιχισμένο) όπου φυλάσσονται πιατικά, σερβίτσια, κρύσταλλα κλπ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σερβάν, σερβάντα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]