ντουλάπι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ντουλάπι ντουλάπια
γενική ντουλαπιού ντουλαπιών
αιτιατική ντουλάπι ντουλάπια
κλητική ντουλάπι ντουλάπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ντουλάπι < τουρκική dolap + < περσική dōlāb دولاب

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /du.ˈla.pi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ντουλάπι ουδέτερο

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]