μαχαλόμαγκας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαχαλόμαγκας μαχαλόμαγκες
γενική μαχαλόμαγκα μαχαλόμαγκων
αιτιατική μαχαλόμαγκα μαχαλόμαγκες
κλητική μαχαλόμαγκα μαχαλόμαγκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαχαλόμαγκας < μαχαλάς + -ο- + μάγκας

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαχαλόμαγκας αρσενικό

  • (αργκό) ο μάγκας κάποιου δρόμου ή συνοικίας
    • οι μαχαλόμαγκες είχαν περιορισμένο τόπο δράσης, εκεί που τους έπαιρνε, και δεν ήταν ευρύτερα αναγνωρισμένοι ως μάγκες.
    • Τον ξέρετε, μωρέ παιδιά, της γειτονιάς το βλάμη, τον λένε μαχαλόμαγκα, μυαλό δεν έχει δράμι. (Από το τραγούδι «Ο μαχαλόμαγκας» σε στίχους και μουσική του Βασίλη Τσιτσάνη)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]