Μετάβαση στο περιεχόμενο

μαχαλάς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Μαχαλάς

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μαχαλάς οι μαχαλάδες
      γενική του μαχαλά των μαχαλάδων
    αιτιατική τον μαχαλά τους μαχαλάδες
     κλητική μαχαλά μαχαλάδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μαχαλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική mahalle < αραβική محل (mahalla)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ma.xaˈlas/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μαχαλάς

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μαχαλάς αρσενικό

  1. η γειτονιά των γύφτων
  2. (λαϊκότροπο) γειτονιά
    μένει στον πάνω μαχαλά (του χωριού).
  3. (λαϊκότροπο) συνοικία
    παράδειγμα  είχε μαγαζί στον ελληνικό μαχαλά της Πόλης.
      Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
  4. (λαϊκότροπο) ευρύτερο τμήμα πόλης, που διακρίνετα σε πάνω, κάτω, βόρειο, νότιο, ανατολικό ή δυτικό
    Η πόλη της Σμύρνης διακρινόταν στον "πάνω μαχαλά" και στον "κάτω μαχαλά".

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]