μαχαλάς
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | μαχαλάς | οι | μαχαλάδες |
| γενική | του | μαχαλά | των | μαχαλάδων |
| αιτιατική | τον | μαχαλά | τους | μαχαλάδες |
| κλητική | μαχαλά | μαχαλάδες | ||
| Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μαχαλάς < (άμεσο δάνειο) τουρκική mahalle < αραβική محل (mahalla)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ma.xaˈlas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : μα‐χα‐λάς
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μαχαλάς αρσενικό
- η γειτονιά των γύφτων
- (λαϊκότροπο) γειτονιά
- μένει στον πάνω μαχαλά (του χωριού).
- (λαϊκότροπο) συνοικία
είχε μαγαζί στον ελληνικό μαχαλά της Πόλης.- ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- (λαϊκότροπο) ευρύτερο τμήμα πόλης, που διακρίνετα σε πάνω, κάτω, βόρειο, νότιο, ανατολικό ή δυτικό
- Η πόλη της Σμύρνης διακρινόταν στον "πάνω μαχαλά" και στον "κάτω μαχαλά".
Συγγενικά
[επεξεργασία]- Μαχαλάς (τοπωνύμιο)
Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)