συνοικία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συνοικία οι συνοικίες
      γενική της συνοικίας των συνοικιών
    αιτιατική τη συνοικία τις συνοικίες
     κλητική συνοικία συνοικίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικία < (διαχρονικό) ελληνιστική κοινή συνοικία (χωριό)[1] < σύν + οἰκία

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /si.niˈci.a/
τυπογραφικός συλλαβισμός: συ‐νοι‐κί‐α

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοικία θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικία < συνοικέω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοικία θηλυκό

  1. κοινότητα
  2. οικία με πολλα διαμερίσματα, όπου ζούσαν πολλές οικογένειες, κυρίως για ξένους και μέτοικους
  3. παρακείμενο οίκημα
  4. γειτονιά (μεταγενέστερη έννοια)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]