dzielnica
Εμφάνιση
Πολωνικά (pl)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]dzielnica < dzielić
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʥ̑ɛlʲˈɲit͡s̑a/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dzielnica (pl) θηλυκό
- η συνοικία
dzielnica < dzielić
dzielnica (pl) θηλυκό