συνοικισμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική συνοικισμός συνοικισμοί
γενική συνοικισμού συνοικισμών
αιτιατική συνοικισμό συνοικισμούς
κλητική συνοικισμέ συνοικισμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικισμός < αρχαία ελληνική συνοικισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοικισμός αρσενικό

  1. ομάδα σπιτιών σε μια περιοχή, όπου προηγουμένως δεν υπήρχαν άλλα
  2. αξιοπρεπής καταυλισμός για πρόσφυγες που εγκαθίστανται από το κράτος σε μια περιοχή
  3. συμβίωση ζώων που δεν ανήκουν στο ίδιο είδος
  4. λέγεται και έτσι η συνένωση ή συνοίκιση των 12 δήμων της Αττικής σε έναν από τον Θησέα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

συνοικισμός < συνοικίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συνοικισμός θηλυκό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

και από το συνοικέω