μαυράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαυράκι μαυράκια
γενική
αιτιατική μαυράκι μαυράκια
κλητική μαυράκι μαυράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαυράκι <
  1. υποκοριστικό του μαύρος
  2. υποκοριστικό του μαύρο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαυράκι ουδέτερο

  1. υποκοριστικό για το μαύρος ή το μαύρο
  2. ειδικότερα:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]