αγγαρειομάχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγγαρειομάχος αγγαρειομάχοι
γενική αγγαρειομάχου αγγαρειομάχων
αιτιατική αγγαρειομάχο αγγαρειομάχους
κλητική αγγαρειομάχε αγγαρειομάχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγγαρειομάχος < αγγαρεί(α) (< ελληνιστική κοινή ἀγγαρεία < ἀγγαρεύω < αρχαία ελληνική ἄγγαρος < περσικά < ακκαδική γλώσσα) + -ο- + -μάχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγγαρειομάχος αρσενικό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]