κουφαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουφαίνω < κουφός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ku.ˈfɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κουφαίνω

  1. κάνω κάποιον κουφό προσωρινά ή μόνιμα
  2. κάνω κάποιον να ακούει ήχο υψηλής έντασης, που θα μπορούσε να τον κάνει κουφό
    θα μας κουφάνει πάλι ο γείτονας με τη μουσική του!
  3. (αργκό) αφήνω εμβρόντητο κάποιον, προκαλώ αμηχανία
    τον κούφανε με όσα του έλεγε
  4. προκαλώ κώφωση
    τα ντεσιμπέλ που παράγει αυτή η συσκευή μπορεί να κουφάνουν

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]