αμηχανία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αμηχανία αμηχανίες
γενική αμηχανίας αμηχανιών
αιτιατική αμηχανία αμηχανίες
κλητική αμηχανία αμηχανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμηχανία < αρχαία ελληνική ἀμηχανία. Η αρχική σημασία ήταν ένδεια λόγω απουσίας οικονομικών πόρων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αμηχανία θηλυκό

  1. η αδυναμία συμπεριφοράς και αντίδρασης με τον πρέποντα τρόπο· το να μη μπορεί κάποιος να πει ή να κάνει αυτό που είναι κατάλληλο
    ένιωσα αμηχανία, όταν τον είδα να απομακρύνει το βλέμμα του
  2. συναίσθημα σύγχυσης και αναστάτωσης που προκαλείται από κάτι ξαφνικό κι αναπάντεχο
    η αμηχανία την έκανε να μην μπορεί να κοιμηθεί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]