γαμήσιμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική γαμήσιμος γαμήσιμη γαμήσιμο
γενική γαμήσιμου γαμήσιμης γαμήσιμου
αιτιατική γαμήσιμο γαμήσιμη γαμήσιμο
κλητική γαμήσιμε γαμήσιμη γαμήσιμο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαμήσιμοι γαμήσιμες γαμήσιμα
γενική γαμήσιμων γαμήσιμων γαμήσιμων
αιτιατική γαμήσιμους γαμήσιμες γαμήσιμα
κλητική γαμήσιμοι γαμήσιμες γαμήσιμα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαμήσιμος < γαμήσι + -ιμος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική fuckable

Επίθετο[επεξεργασία]

γαμήσιμος -η, ο (προφορικό) (αργκό)

  1. πρόσωπο που αξίζει να έχεις μαζί του ερωτική επαφή
  2. που έχει φτάσει στη σεξουαλική ενηλικίωση, στην ηλικία της σεξουαλικής ωρίμανσης
Την ιδέα φυσικά έριξε ο Παπαγιώργης και συμφωνήσαμε σχεδόν όλοι με ενθουσιασμό, λόγω προχωρημένης μέθης. Λέω σχεδόν όλοι γιατί ο Βακαλόπουλος προέβαλε κάποιες αντιστάσεις […]. Παρέα για να την πάρει ο διάβολος, εμείς, φίλες, καμία ερωμένη και μία γαμήσιμη άφιξη από το πουθενά. Από την «Ανατολή», αυτοβιογραφική αφήγηση του συγγραφέα Θάνου Σταθόπουλου, αναρτημένη στον ιστότοπο Bibliothèque.gr - Τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη στις 29 Ιανουαρίου 2013· πρόσβαση: 2019-09-10.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]