baisable

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
baisable baisables

baisable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. που μπορεί να γαμηθεί

Συνώνυμα[επεξεργασία]