γρασίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρασίδι γρασίδια
γενική γρασιδιού γρασιδιών
αιτιατική γρασίδι γρασίδια
κλητική γρασίδι γρασίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρασίδι < μεσαιωνική ελληνική γρασίδι < *γρασίδιον, υποκοριστικό του γράσσις < αρχαία ελληνική γράστις < γράω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣɾa.ˈsi.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρασίδι ουδέτερο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]