χόρτο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χόρτο χόρτα
γενική χόρτου χόρτων
αιτιατική χόρτο χόρτα
κλητική χόρτο χόρτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χόρτο < αρχαία ελληνική χόρτος
Grass.jpg

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χόρτο ουδέτερο

  • βλάστηση άσημη, χωρίς καρπούς, με λεπτό μίσχο και μικρά φυλλαράκια
Εύκολα τρίβεται ο άνθρωπος μες στους πολέμους∙ ο άνθρωπος είναι μαλακός, ένα δεμάτι χόρτο ("Ο τελευταίος Σταθμός" Γ. Σεφέρης)



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]