χορτάριασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χορτάριασμα χορταριάσματα
γενική χορταριάσματος χορταριασμάτων
αιτιατική χορτάριασμα χορταριάσματα
κλητική χορτάριασμα χορταριάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

χορτάριασμα < χορταριάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

χορτάριασμα ουδέτερο

  1. το αποτέλεσμα του χορταριάζω, το να αρχίσουν να αναπτύσσονται σε ένα κήπο, έκταση ή σε οικήματα αυτοφυή χόρτα επειδή τα έχουν εγκαταλείψει οι ιδιοκτήτες τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]