αγριόχορτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγριόχορτο αγριόχορτα
γενική αγριόχορτου αγριόχορτων
αιτιατική αγριόχορτο αγριόχορτα
κλητική αγριόχορτο αγριόχορτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αγριόχορτο < άγριος + χόρτο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αγριόχορτο ουδέτερο

  1. (βοτανική): χόρτο που φυτρώνει μόνο του στη φύση, χωρίς να το έχει καλλιεργήσει ο άνθρωπος
  2. το ζιζάνιο
  3. βρώσιμο χορταρικό που διακινείται ορισμένες εποχές και σε κεντρικά μανάβικα, γνωστό και ως στριφτούλι.
    από το βρώσιμο αυτό αγριόχορτο παρασκευάζεται η αγριοχορτοσαλάτα

32πχ Μεταφράσεις[]