ζιζάνιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ζιζάνιο ζιζάνια
γενική ζιζανίου ζιζανίων
αιτιατική ζιζάνιο ζιζάνια
κλητική ζιζάνιο ζιζάνια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ζιζάνιο < ελληνιστική κοινή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ζιζάνιο ουδέτερο

  1. φυτό που ζει παρασιτικά, αγριόχορτο
  2. (για ένα παιδί) πειραχτήρι
  3. (στον πληθυντικό) ζιζάνια: η διχόνοια
    του αρέσει να σπέρνει ζιζάνια και μετά να επωφελείται από την αναταραχή

32πχ Μεταφράσεις[]