hierba

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
hierba hierbas

hierba (es) θηλυκό

  1. γρασίδι
  2. χόρτο
    malas hierbas - αγριόχορτα